1.3.11


ΛΙΑΝΟΠΟΙΗΣΗ

ένα κόκκινο λουλούδι μαραζώνει
στον ήλιο τον πολύ.
τ’ άλλα λουλούδια αδιαφορούσαν.
πεταλούδα εύθυμη πέρασε
και σκόρπισε χαρά στα λευκά, τα κίτρινα...
για το κόκκινο αδιαφορία.

κι ο εραστής αφού αποχώρησε
το κόκκινο λουλούδι
μαραζώνει αργοπεθαίνει
χωρίς ηρωισμό.

εδώ τελειώνει η ιστορία.
όσο για ποίημα...



ΛΟΥΤΡΑΚΙ

επιδεικτικά συγκρατούμε τη θεά Υγεία
μέσα σε ένα ποτήρι νερό.
ο πόνος γεννάει σεβασμό, εξυψώνει.
τόσα θυμόμαστε ακόμα από τον Ξενοφώντα
 - ή δεν ήταν ο Ξενοφώντας;
για το Λουτράκι δεν έγραφε με γνώση
ο Ξενοφών;



ΜΑΚΡΟΒΟΥΤΙ

μπήκα με τα χέρια σ’ ένα σιωπηλό πράσινο κόσμο.
πράσινες ματιές των ψαριών,
πράσινες φυγές μπροστά στα δάχτυλά μου τα χλομά,
πράσινο βαθύ των φυκιών
το λίκνίσμα του τέλειου μυστηρίου,
πράσινο δροσερό μετά την πίκρα του αφρού...

πού θα βρω, πού θα βρω κοινή λαλιά
σ’ αυτή τη σιωπή του θανάτου;
πού θα βρω, πού θα βρω
σ’ ενδεή μοναξιά, κάτω, πιο κάτω,
σε μαύρες ρωγμές, χαίνοντα στόματα,
το χαμένο θησαυρό;
που θα βρω φως;

κι από οροφή τα θαλάσσια δάπεδα
περιστρέφονται ανάποδα,
τεντωμένο ένα χέρι
ξαναβρίσκει τον ήλιο το χαμένο,
αναπνέω, πατώνω...



ΜΑΤΙ

στον ήλιο καταφεύγω.
περίσσια αυτόφωτη χαρά,
πώς να βασταχτεί ατιμωρητί;
διαισθάνομαι ήδη το μοιραίο μάτι,
το φθόνο των θεών.

τον ήλιο τον κάλλιστο επικαλούμαι.



ΜΕ ΤΟ ΒΟΥΝΟ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΗ

και ξαφνικά ο Παρνασσός
στην άκρη του παράθυρου του τρένου.
ο Παρνασσός σε χιονισμένη αιωνιότητα,
όλο αιχμές
με σκοτεινές, κατασκότεινες πλαγιές εδώ κι εκεί,
σαν τιμωρία στο χωριό που τόσο πολύ πλησίασε
και μένει με τα παράθυρα ανοιχτά
και γελαστά προς την πεδιάδα...

No comments:

Post a Comment