7.3.11

 

ΟΝΕΙΡΟ


κάτω απ τη λεπτή βροχή
φεύγω για το λιμάνι,
επιθυμώντας.

στα πλοία δίπλα ούτε ψυχή,
κλειστά τα σπίτια, γυμνά τα δένδρα.
φεύγω για το λόφο,
απορώντας.

τα πάντα γραφικά στενά τώρα αδειανά.
μα τί σιωπή! τί άχρωμη ώρα!
τρέχω πίσω στην πλατεία, τρέχω
αναζητώντας
φωνές μικροπωλητών,
το “ορίστε” των εμπόρων έξω από τα καταστήματα
- αναζητώντας επαφή.

αλλά ούτε κίνηση καμιά, ούτε φωνή.

στά μάρμαρα του θεάτρου τα φαιά,
ηθοποιός μαζί και θεατής,
πάω να λύσω τον εφιάλτη,
ομολογώντας:

πολιτεία!
παραδίνομαι στους νόμους σου,
στη χρηστή ηθική!

και ξαφνικά: μα τί βοή!
ανθρώπων, πλοίων, μηχανών!
σπάνε τ’ αυτιά μου!
και τί φως!

ήλιος έξω στην αυλή.
ένα σπουργίτι με ρωτάει:
ποιά πολιτεία;
είναι πρωί.



ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ...

με σμίλεψε ο Ήλιος Απόλλων
ο πατέρας της φυλής.
με μεγάλωσε η Γη Μητέρα Δήμητρα.
σαν έφηβος τα καλοκαίρια την Κόρη λαχταρούσα,
αλλά στη θάλασσα ανδρώθηκα
κοντά στον Ποσειδώνα.
παιδιά μου η Αθήνα,
οι Μυκήνες,
η Κνωσός.
από την Πέλλα είδα τους ορίζοντες
ν’ απλώνουν, ν’ απλώνουν, ν’ απλώνουν τόσο
που Ελλάδα και Κόσμος ένα γίναν,
μιά αλήθεια, ένα φως.
τι Πτολεμαίοι, τι Σελευκείς!
αλλά στο Βυζάντιο, στην αχή του χρυσού
των αυτοκρατόρων και πατριαρχών,
ξέχασα τον ήλιο, τον ήλιο, πώς θώπευε
τ’ αγάλματα.

ποια δόξα μού έταξαν κι
έσπασα το χαμόγελο των κούρων;
ποια δόξα, κι έμεινα προσκυνημένος,
Αλέξανδρος μικρός εγώ,
κοντά δυό χιλιάδες χρόνια
γονατιστός σε φως κεριών...



ΟΡΦΕΑΣ

γέμισα τα μάτια μου
αγαλματένια μέλη.
γέμισα τα χέρια μου φωτιά,
τους μηρούς σου, το στήθος σου
φιλιά.
ήταν η στιγμή να δοθώ
να γίνω κομμάτια, σπασμός
ακατάσχετης ηδονής.
γλυκό τέλος και νέα αρχή.

αργότερα,
κι όπως γύρω μας ψηλή η χλόη το χάδι
η καλοσύνη της άνοιξης,
με τραγούδι δικό σου
έλα να με ξυπνήσεις,
Ευρυδίκη...



ΟΣΟΙ ΑΓΑΘΟΙ

είπε ο βράχος στον ουρανό:
“ιδού ο άνθρωπος, ελαφρός σαν ζωάκι”

είπε ο ουρανός στο βράχο:
“ιδού ο άνθρωπος, που τον πλάκωσα στο βράχο του”

κάτι είπε να πει ο άνθρωπος και στους δυό,
βράχο κι ουρανό,
αλλά θυμήθηκε τον ήλιο κι αποκοιμήθηκε…



ΠΑΡΑ ΠΕΝΤΕ

το νησί όμως είναι απέναντι, πολύ κοντά,
και γύρω μας τεράστια πλοία
ετοιμάζονται για μακρινά ταξίδια.
από τα μάτια του νησιού όλα θα περάσουν
θα περάσουν...
κι όμως είναι τόσο κοντά το νησί,
λες να φτάσεις με μιας ώρας θαρραλέο κολύμπι;
αλλά η θάλασσα προβάλλει εχθρική
και υψώνει κύματα.
μέρες περνάω στην άκρα προκυμαία,
ελπίζοντας.
στην πόλη πίσω μου οργιάζει η συνωμοσία
και καίγονται βιβλία και εικόνες.
δεν θα προφτάσω.

No comments:

Post a Comment