15.3.11


ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΠΕΡΣΕΦΟΝΗΣ

απ το ξημέρωμα η μέρα λοξοδρομεί,
ένα παράθυρο ψυχρά διηγείται:
τα παιδιά στην ομίχλη χωρίς θάρρος
χωρίς σκιά.
να και κορμός δένδρου χωρίς φυλλωσιά.
και πίσω το βουνο αφύσικα ωχρό.

κυνηγημένη οπτασία κατέληξε το καλοκαίρι,
αλλόκοτες φωτογραφίες η ανάμνηση:
πού βρίσκεσαι; ο ήχος της φωνής σου ξεμακραίνει,
απάνω μου δεν μένει πια κανένα
μα κανένα απ τα απαλά σου αγγίγματα
που δέχτηκα με ηδύτατη κατάνυξη.

της Περσεφόνης, σκέφτομαι, της Περσεφόνης
πώς της ήρθε το ανοίκειο μήνυμα, πώς άντεξε;

βράδυ, αν απ το απέναντι βουνό
δεν δω σημάδι,
με τα δυό μου χέρια
θα μπηχτώ στη γη

για να μη χτυπάω
σαν τον Οιδίποδα,
μηλίγγια, μάτια.



ΣΧΕΤΙΚΟΤΗΤΑ

οι μέρες του καλοκαιριού
μικραίνουν αδιάφορα.
οι νύχτες του καλοκαιριού
ανακαλύπτουν νέα αστέρια,
και τα μετράνε ευσυνείδητα
οι άνθρωποι των ημερών του αύριο.
με ανακούφιση κρυφή
το φθινόπωρο στα δυό χωρίζουν
και μετράνε μέρες βροχής.



ΤΑ ΔΥΟ ΜΕΡΗ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ

ο ήλιος έκανε το λιμάνι πανηγύρι.
κάτι ναύτες αργοπερνούσαν στην προκυμαία.
τα πλοία δείξαν μεγάλη υπομονή.

ποιός ο ποιητής, και ποιός ο θεατής,
αναρωτιόμουνα.



ΤΑ ΛΙΓΑ ΤΑ ΠΟΛΛΑ

είναι μια μέρα του απόλυτου:
ο ήλιος αφέντης,
η τέλεια επιφάνεια της θάλασσας,
το σύμπλεγμα των βράχων και του βυθού
- δυό, τρεις, πέντε νεαροί
βούτηξαν στο νερό!

Πειραϊκή!
θέλω να ανοίξω χέρια δυνατά!
θέλω να υμνήσω τη χαρά!
θέλω τρεις ζωές να ζήσω!

κάτω κάτω κάτω,
μες στις φωνές και τα γέλια,
σαν ξένος της φυλής
άγγιξα το άπειρο…

και δεν κρατάω, τώρα που όλοι φύγαν,
παρά μια γεύση θάλασσας, και ήλιου, κι ηδονής



ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΡΕΙ

είδαμε τα νησιά με τα μάτια των γλάρων.
παίξαμε τους θεούς αμέριμνα σε ψηλές επάλξεις.
δώσαμε στα δελφίνια πολλή αγάπη.

τόσο λίγο μας αρκεί.

τελικά
τα ονόματά μας στην άμμο,
στην άμμο που τη γλύφει το χειμέριο κύμα
μιά στα τόσα,
είναι απείρως πιο μόνιμα
στη γη χαραγμένα

από “τα πάντα ρει.”





Gedichten en teksten in ‘t Nederlands verschenen van 29 Januari tot 10 Maart 2011.

No comments:

Post a Comment