6.3.11


ΞΗΜΕΡΩΜΑ

ποίημα δεύτερο:
δροσιά στο βουνό.
ήλιος έφηβος αποκαλύπτει την πλαγιά
χωρίς βιασύνη.
δικό μου το βήμα το νευρώδες,
το αναμμένο σώμα
στη νωχέλεια του πρωινού.
δικά μου τα σκόρπια οράματα
σα σπασμένο γυαλί.
δικό μου το δυνατό τραγούδι
που καίει το λαιμό,
που οργώνει το νου.

αυτή όλη η ηδονή είσαι εσύ.



Ο ΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΕΥΡΥΔΙΚΗΣ

έτσι απλωμένη κι ερημική η αμμουδιά
πώς την κορέσαμε τόσο γρήγορα
με γέλια και με χάδια;
ήλιος ανήλεος
στα χέρια και στα χείλη,
πόση δίψα
πόση δίψα στα φιλιά μας!

κι αν είναι αυτή αυγή,
ποιά θάναι η άνθιση,
Ορφέα,
ποιά θάναι η κορυφαία ώρα;



ΟΜΦΑΛΟΣΚΟΠΗΣΗ

αδράνεια
έρημος στοχασμών.
η ζέστη τριγύρισε εδώ μέσα χωρίς να μ’ αγγίξει.
δύο δάχτυλα τεντώνω
σημείο της νίκης:

η κίνηση νικήθηκε.



ΟΝΕΙΔΟΣ

άρχισε το τέλος:
γεννήθηκε, μεγάλωσε.

έρημος, ερημίτης,
μπορεί και τρελός,
γύρισε όλη τη χώρα.

σε κάποια εμφύλια διαμάχη
θα τον είχαν σκοτώσει
αλλά τον άφησαν
αφού τους μίλησε με χαμόγελο αφοπλιστικό
για ελευθερία κι αγάπη.

ύστερα χάθηκε.

οι έξι του εκτελεστικού
θυμούνται τα λόγια του
και χρόνια μετά
ορκίστηκαν να τον βρουν.

κι αν δεν ζει πια
το τέλος για τους έξι
μόλις άρχισε.



ΟΝΕΙΡΑ ΜΕΓΑΛΑ ΜΙΚΡΟΥ ΤΟΠΟΥ

Πειραϊκή, πάντα αραγμένη.
εμείς οι νέοι νοσταλγούμε τα ταξίδια
που στο μέλλον μας δεν κάναμε,
ταξίδια σε θάλασσες μυστηρίου,
ταξίδια-οράματα των ονείρων μας.
τις μέρες που αρχίζουν μεσημέρι
κάτω στα βράχια, στις μικροσπηλιές,
εκεί που ψάχναμε καβουράκια και δεν βρίσκαμε,
εκεί στην Πειραϊκή.

κουράστηκαν τα μάτια μου.
ύπνος στριφογύριζε και φεύγει.
νωρίς είναι; αργά;
στη θέση της η Πειραϊκή.

γελάστηκα, γελάστηκα…

No comments:

Post a Comment