4.3.11

 

ΜΥΚΗΝΕΣ


ακόμα στάζει το αίμα!

απ το λιμάνι του Ναυπλιού
έφυγε το τελευταίο πλοίο.

τ’ άρματα χώθηκαν βαθιά στη γη.

ο ήλιος ξέχασε
- τί φρίκη! –
ξέχασε…



ΝΑΥΠΛΙΟ

οι σκάλες τριάντα ή τριανταδυό.
τα κυπαρίσσια φρουροί του ναού και του Αιγαίου.
το μεσημέρι είχε αποσύρει
όλους τους ανθρώπους του, διακριτικά,
και μείναμε εμείς.

μίλησα με δέος για ένα νεκρό παρελθόν.
ας τολμούσα τέτοια ώρα να μιλάω για το παρόν,
να φανερώνω τον ήλιο, να σημαδεύω τόπο και μέρα.

αλλά τόση ομορφιά γύρω μας
γιατί να την καλύψω με λόγια;
γυρίσαμε το χώρο του μικρού ναού ανέμελα,
σαν να ήταν το ταξίδι μας μόλις στην αρχή,
ένα ξεκίνημα.

ίσως γι’ αυτό,
φεύγοντας για την πόλη και για τους ανθρώπους,
πριν κατεβούμε σκάλες τριάντα ή τριανταδυό,
μπρος στη θάλασσα την ηλιοχαϊδεμένη,
ηδονικά πήρα βαθιά ανάσα.



ΝΕΑ ΑΡΧΗ

αρχή κάνω
νέα, θαρραλέα.
ανοίχτηκα στο βουνό με βήμα προσκυνητή.
αραίωσαν τα δάση,
ψηλά η κορυφή υπόσχεται σπάνια συγκίνηση,
του αετού τον ορίζοντα.
προσκύνημα στους αρχαίους θεούς του έρωτα,
αρχή κάνω.



ΝΕΑ ΗΔΟΝΗ

κανένα σχήμα πια αδιανόητο:
τα θαύματα της γης ξεπερασμένα στο διάστημα,
και το διάστημα ένας αριθμός
σε σημειωματάριο παιδιού,
που δεν είναι πια παιδί.
δεν βρίσκεται άλλη, καινούργια ηδονή
τόσο νέος και να φοβάμαι
μια έστω επανάληψη.
πώς πίνω κάθε μέρα νερό
με την ίδια ευχαρίστηση;
το καθημερινό ψωμί, γάλα κάθε πρωί...

πώς;

πώς ίδια λέω λόγια χωρίς πίστη;
αποκαλώντας ποίηση, τέχνη
την κάθε παραξενιά ευάρεστη στο μάτι ή στ’ αυτί;



ΝΕΟ ΣΠΙΤΙ

αυτό το στενό έχει ήδη μια ψυχή.
εδώ θα ζήσουμε, εδώ θα χαρούμε το καλοκαίρι,
τα μύχια του έρωτά μας,
εδώ θα διώξουμε όποια μελαγχολία του χειμώνα.

χτες ήταν ο ήλιος όλο καλοσύνη.
τα παιδιά – σαν των ονείρων μας –
τρέχανε και παίζανε κυρίαρχα,
ενώ η μεγάλη μου σκιά
απαρατήρητη πέρασε στην άσφαλτο.

μερικά παράθυρα κοιτούσαν με σοφή περιέργεια.

χαμογέλασα,
αυτό το στενό έχει ήδη μια ψυχή.

No comments:

Post a Comment