5.3.11


ΝΕΡΟ

έδαφος σκληρό,.
βήμα σκληρό.
όλη μέρα με φορτίο τον ήλιο.

καυτό τ’ όνειρο του νερού,
σκέφτηκα.



ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ

αν έμεινε ξύλινο το θέατρο, φταίμε εμείς.
σε κάποια παράσταση, του χρόνου,
οι κερκίδες θα τρίζουν
ενοχλητικά για θεατές και ηθοποιούς μαζί.
κι αργότερα πολύ
θα σαπίσουν και θα σπάσουν
αθόρυβα.
θα έχει αδειάσει η χώρα
κι οι παραστάσεις θα έχουν ξεχαστεί...



ΞΕΝΟΙΑΣΙΑ

μου είπαν να γράψω ένα ποίημα της απλής χαράς,
ένα ποίημα λαϊκό,
ωραίο σαν την ξαστεριά!
οι στίχοι μου όμως χτυπάνε βαρειά.
ο κίνδυνος πάντα ίδιος
παραμονεύει τη χώρα.

ο μεσαίωνας έσβησε.
τα βουνά κοιτάζουν προς βορρά.
κι από τα εικονοστάσιά σου, Βυζάντιο,
το βαρύ παράπονο μάς θυμίζεις:
πως θέλουμε
μόνο τραγούδια της απλής χαράς.



ΞΕΝΟΣ


μεσημέρι.
η ζέστη δεν μετριέται πια.
η φύση, σαν καλή μητέρα,
μοίραζε ίσκιους για τον ύπνο
των ανθρώπων.

και δεν κοιμήθηκα.
είμαι ξένος εδώ πέρα,
σκέφτηκα.



ΞΕΣΠΑΣΜΑ

...και μετά το ιερό μεσημέρι της σιωπής
σαν τραγούδι αυθόρμητο, λεβέντικη μαντινάδα,
η άλλη Ελλάδα, του Ελλήνα,
η Ελλάδα του νέου χορευτή
στο κέντρο του κύκλου, στο κέντρο της ζωής,
μέρα με τη μέρα.

ο ήλιος κιτρίνισε πολλά βιβλία,
ο άνεμος τού έσβησε πολλά λόγια άχρηστα,
ένα τραγούδι μένει:

κλείσε το ποίημα
και τράβα στο χορό, στην παρέα!

No comments:

Post a Comment