14.2.11



JEUGD

ons leven is vooral:
kijken naar wat anderen doen,
en beter willen.
jong zijn,
met de aarde spelen
en de toekomst zien
in één groot vizioen!

jong zijn
en om liefde werven.
gààn over het land
als een heerser, als een koning!
en de avond vinden
en nòg dromen,
en nòg lachen
overmand…

jeugd!
met een spelende hand
het meisje strelen,
eens dronken zijn.
jokken,
neuken,
en moe
eindelijk zien
dat het maar is wat anderen doen:
met de tijd
en met het leven
spelen…



KIM

stijg de paden op, kleine man,
naar de laatste, zeldzame bomen;
de paden op naar de heilige top.

en boven raak de ontgoocheling aan;
spaarse sparren in wat lage gras,
de wind, de wolken, je adem van ijs,
en jezelf:
tè heerser, tè klein.

stijg de paden op van de heilige berg,
kleine man.
verlang, ontdaan van het weinigje
wereld, jouw vallei te zien,
jouw tent van daarboven,

de grauwheid ervan.




ΔΡΟΜΟΣ ΘΕΪΚΟΣ

με έβλεπες θεό
στα εγκάθετα όνειρά σου.
κι απόψε
στη γλύκα των ζεστών χεριών σου
σην πλάτη μου,
κύμα κύμα,
από θεό άνδρα ατίθασο,
άνδρα οργής,
άνδρα γόνιμο,
άνδρα ήμερο μ’ έκανες ξανά...

η μέρα που ετοιμάζεται
θάναι πολύ απλή, πολύ απλή.

κι είμαστε στην αρχή!
σ’ έναν κόσμο του ήλιου.
κι όσο πλησιάζει, αχ αργά,
το καινούργιο βράδυ
με τα οράματα ηδονής,
πιο νέα, πιο δική μου δένεσαι,
πιο θεϊκή,
γυναίκα!



ΔΡΟΜΟΣ ΚΥΚΛΙΚΟΣ

έχω φτάσει στην απομόνωση.
λείπει το καθημερινό απλό,
παρά τον πίνακα, τα ποιήματα στους τοίχους,
βιβλία, τεύχη εγκυκλοπαιδικά,
ό,τι καθένας μας επιθυμεί
μόλις αποκτήσει τ’ άλλα, τ’ απαραίτητα,
που εδώ μέσα λείπουν:
μια γυναίκα, φίλους, μια ιδέα.

έχω φτάσει στην απομόνωση.
τα ίχνη μου, για την κοινωνία χαμένα.
ελεύθερος ο δρόμος,
περνάω απαρατήρητος, σα νάμουνα
κάποιος υπάλληλος αρχείου,
κάποιος εργάτης νυχτοφύλακας,
κάποιος νέος άνεργος.

έχω φτάσει στην απομόνωση.
όσοι με βοήθησαν ν’ αποκτήσω πεποίθηση,
τα στοιχεία υπεροχής με την τέχνη,
τη συγκατάβαση,
όλοι αποσύρθηκαν αθόρυβα.
κι αν μελλοντικά ακουστούν φωνές
από δω μέσα,
θάναι για να μην ξεχάσω
πως, δυνατά κι ανένδοτα μπορώ ακόμα
να χτυπήσω τοίχους, πόρτες και κεφάλια,

πριν φτάσω πια, στην απομόνωση.



ΔΩΜΑΤΙΟ ΦΟΙΤΗΤΩΝ

ο ένας ξεφυλλίζει με ύφος ουδέτερο
ένα πορνοπεριοδικό
- τα ανομολόγητα χωμένα βαθειά -
άλλος καπνίζει ξαπλωμένος, σκεφτικός,
- με την κοπέλα, γιατί τα χάλασα; -
τρίτος βγαίνει απ το λουτρό, γυμνός, βρεγμένος
κι από συστολή εν ισχύει, τάχα κρύβεται
- κρυφά καμαρώνει το άρτιο κορμί του -
ενώ οι άλλοι τάχα δεν τον κοιτάζουν.

από χωριά μακρινά, δάση απάτητα όλο υγεία,
έφεραν εδώ πολύχρωμα σκεπάσματα
υφαντά της γιαγιάς, τη ντοπολαλιά τους,
φωτογραφίες μιας αδερφής, ρούχα ανεπιθύμητα
και μικροπράγματα περιττά.

ζωή στερημένη,
αλλά κόσμος νέος, σφριγηλός, ανοιχτός.

με το πρώτο σκοτάδι βγαίνει έξω η παρέα,
για φαγητό, για περιπέτεια λελογισμένη,
μαζί ακόμα, μη δοθεί, στο χωριό μη δοθεί αφορμή...

και χάσκει στο άστρωτο κρεβάτι,
δίπλα στα περιοδικά,
τσακισμένο, ανοίκειο
ένα βιβλίο «περί χημείας».



ΕΚΠΛΗΡΩΣΗ

ζήτησα απ τη νύχτα να φωτίσει το
πρόσωπό σου,
είπα μια ευχή.
κι αμέσως γύρισε η γη όλη
ένα τέταρτο του κύκλου
σε μια αξέχαστη αυγή!

No comments:

Post a Comment