8.2.11



ΑΥΤΟΔΙΑΛΟΓΟΣ

πρόσωπο με πρόσωπο
με το παρελθόν,
με το αυριανό ταξίδι.

καμιά πόλη δεν βρήκα, κανένα χωριό
που να ταιριάζει με το όνομά μου.
περιφάνεια ή πραγματική μοναξία;
λείπουν τα θεμέλια;

κι όμως απόψε είμαι έτοιμος για τα πιο απίθανα
που ίσως έρθουν,
κι ειλικρηνής στον εαυτό μου
- ίσως και στους άλλους –
οι σκληροί ας με συγχωρούν
πως δεν ανήκω πια στην τάξη τους.
αύριο, μεθάυριο, στην αναχώρηση
θα συγκινούμαι.

το κάθε ποίημα τρόπαιο σε ξένα εδάφη.

θα συγκινούμαι
γιατί εδώ έδωσα μια μάχη, δέκα μάχες
με το αβέβαιο και το άπειρο.
δεν νίκησα, δεν με νίκησαν,
ούτε μέθη, ούτε θλίψη,
απλά συγκίνηση.

πρόσωπο με πρόσωπο,
το πώς κατόρθωσα
να αναβάλω εως εδώ το ταξίδι,
να αναβάλω αυτό το διάλογο:

του αύριο με το χτες,
πρόσωπο με πρόσωπο.



ΒΑΪΑ


με γαλάζια λόγια,
μ’ ένα χαμόγελο πιο δροσερό κι από χίλια συντριβάνια
στην αυγή,
με χέρια όλο χάδια
καλωσόρισέ με, γυναίκα, τούτο το μεσημέρι!
είμαι πιο δυνατός, πιο ασύδοτος, πιο φλογερός
απ τον ήλιο που καίει την αμμουδιά και κάνει τα βότσαλα
να λαχταρούν ένα τεράστιο κύμα!

θα σε θαυμάζω με βλέμματα κόκκινα!
πάνω στο στήθος σου θα σβήσω τον πυρετό των χεριών μου,
και στο στόμα,
ω στο στόμα σου,
αλύπητα θα δροσιστώ
με μεγάλες γουλιές πάθος κι ηδονή.
έλα!…

έλα!…
μ’ ένα σου φιλί γινήκαμε θεοί!
όλα γύρω μας είναι φως!
κι εσύ, ψυχή μου! φώς μου!
έλα!




GELUK

de morgen was nog onzeker
en roerde niet.

plots stonden wij beiden stil,
de muren weken.
een trage glimlach
een handdruk
een groet.
wat woorden daarbij.

je had mij vaarwel gezegd
en was weergekomen.



GEZELLE

‘t is rustig in de hoven.
bomen staan, als mijmerende beelden
ringsom,
niet te mijmeren:
te dromen…

de hemel rust op volle bomenkronen.
geen lichtje pinkt.
een open raam
van helder gelig licht
werpt schaduwen op de laan.
‘t is stil, zo schoon en zacht
vannacht.
dra klinkt het lied van de nachtegaal…

een uur is dit
waar geen mens aan raakt
een uur van enkel stilte
van rust en droom
in laagomheinde hoven…




ΒΟΡΡΑΣ


υπάρχει μια χώρα
υπάρχει μια πόλη
υπάρχει μια θύμηση…

λόγια τόσο απαλά,
ξένα ονόματα.
ένας ουρανός ανοιχτός
που ηρεμεί τους αγριεμένους νέους
με το γκρίζο, κρύο του χρώμα
- πώς δεν μέθησα στο άσπρο φως εδώ;

υπάρχει μια πόλη
με ήσυχες, τακτοποιημένες συνοικίες.
τα παιδιά είναι λίγα, δεν ακούς φωνές.

θύμηση μη σβήσεις ποτέ!

υπάρχει μια μάνα.



ΒΩΜΟΣ

για ένα κύμα,
για ένα κλαδί στην άμμο,
για ένα βράχο εμπόδιο μπροστά μας
γράφουμε ποίηματα.
κι η θάλασσα σωπαίνει.

στη νοητή αναστήλωση της φύσης
βλέπουμε στίχο
κάθε κύμα, κάθε λουλούδι, κάθε κοχύλι.

κι όμως
τί θλίψη, τί ταπείνωση
για μας 
αν από τα γραπτά μας
γίνεται κάθε βουνό
βωμός.



ΓΑΙΑ

ποίημα των Ιωαννίνων.
μού ήρθαν στο νου
κάτι αρχαίοι ιερατικοί χοροί.
αλλά γρήγορα,
αποθαμπωμένα όπως σαν οπτασία γιγαντώθηκε,
κι έλαμψε,
κάηκε η Θεά Γη
και μείναμε με τα φίδια.

No comments:

Post a Comment