17.2.11



ΕΝΑΛΛΑΓΗ

με λαχτάρα, με βιασύνη, ψάχνω την άνοιξη.
ανυπόμονα ζω την άνοιξη
για να μπω στο καλοκαίρι.
μετά το Πάσχα των Ελλήνων είμαι θεός Απόλλων
είμαι φως, είμαι το σύμπαν!
με μια κίνηση του χεριού
ημερεύει και θριαμβεύει η θάλασσα
ως την πρώτη βροχή,
τραγούδι ακόμα
που ατονεί κι ερημώνει νοσταλγικά
σε υγρή άμμο.
φθινόπωρο, ψυχρές ώρες,
το γυμνό μου σώμα σεμνά καλύπτεται
ως το χειμώνα, και παραχειμάζει

ως την ευλογημένη ώρα
που με λαχτάρα, με βιασύνη,
χρονοπειθαρχικά
θα ψάχνω την άνοιξη...



ΕΞΥΨΩΣΗ

της πεδιάδας το τελευταίο ποίημα, εύχομαι,
απόσπασμα πικρίας και μελαγχολίας μαζί.
εδώ υπήρχαν άνθρωποι που αγαπούσα
και δρόμοι και σπίτια
με κάποιο νόημα, και κίνηση, και ζωή.

και τώρα πια στα ζωοδόχα υψώματα!
εκεί θα ξεχάσω την τάξη που οριοθέτησα
σε χίλιες λεπτομέρεις του βίου μου εδώ:
συνήθειες, διαδρομές, λάθη, μετάνοια,
όλα όσα επιφυλάσσει η πεδιάδα
σε ήσυχους νέους
που παραιτούνται από αγώνες.

τέλος πια!



ΕΞΩΚΟΣΜΟΣ

τα κλαδιά σταμάτησαν να κινούνται.
ο ήλιος από περιέργεια
ανέβαλε τη δύση του.
κανένας άνθρωπος δεν λέει δυνατά τη σκέψη του.

η γη έγινε όνειρο.



ΕΠΑΝΟΔΟΣ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

πρωινό λιμάνι, λίγη ανοιξιάτικη βροχή
απομεινάρι της νύχτας.
έφηβος ξεκούραστος ο ήλιος
ξύπνησε με την πρώτη κι οργάνωσε πορεία.
σε λίγο μας γελάει κατάμουτρα,
η σκιά μικραίνει.
εσύ κι εγώ, νοήματα ετερόκλητα τέμνουν
το χώρο:
δυό δρόμοι τεράστιοι με κίνηση ασήμαντη
σε άδεια, μεγεθυμένη πλατεία
συναντιούνται.

η τέλεια οντότητα εξανεμίστηκε.

No comments:

Post a Comment