7.2.11



GEBREK AAN LIEFDE

de lucht ziet grijs.
de lucht ziet grijs en ik kijk er naar,
kijk er naar, maar zie ze niet, de lucht
de grijze lucht zonder wolken,
en als einder alleen een paal
met veel gonzende draden op geplakt.

die grijze lucht – een gruwel;
die grijze lucht, een vruchteloos doek
waaruit alle kleuren verdwenen zijn
alleen die paal en die draden, dat zwart.

de lucht ziet grijs en ik kijk er naar
tot mijn ogen, toe,
geen lucht, geen grijs, geen zwart
geen dood
meer zien.

de lucht ziet grijs.
- verlang ik haar?



GEDULDIG WACHTEN

een nieuw gedicht
van de zeer lange winter
voorbije winter.
een kloek oud vers
van zeer witte kou.

van tere handen,
van steunend hout.

winter die opnieuw
- drie jaargetijen nog -
meelij wakker roept
in versteende
geijkte vormen.

oude vragen
van jaren terug,
armoe en de onwil;
geen antwoorden
- kreten!

van de winter
van wegen sneeuw.

ik weet de avond
nog te broos
voor opstandigheid,
voor rode woorden
- moe, mat kristaal…

wachten,
vraag de zon
ditmaal.




ΑΣΗΜΑΝΤΟ

η θάλασσα το βράχο φοβερίζει
σαν να μην ανήκουν
και οι δυό
στην ίδια αιωνιότητα.
τί γράφω;
τί επιμένω να γράφω μπροστά στην
αιωνιότητα;



ΑΣΧΕΤΟ ΠΟΥ

θα μαζέψω
δυό-τρία αξιόλογα ποιήματα
δυό-τρεις φωτογραφίες της μάνας μου
δυό-τρεις διευθύνσεις αναφοράς
και θα φύγω από δω.

για πού;

σα να υπάρχουν μόνο βουνό και θάλασσα,
μόνο δρόμοι πανάρχαιοι προς τα αρχαία
σ’ αυτή τη χώρα...

με σκέψεις η μιά πάνω στην άλλη, διλήμματα,
θα χάσω τη διάθεση να φύγω.
έγκαιρα θα ξυπνήσουν μερικοί αργόσχολοι,
ίσως και λίγοι φίλοι,
κι όσο νάναι, θα με σταματήσουν
- καθήκον τους -
και μάλλον καλά θα κάνουν.

για πού, αλήθεια, για πού;

μην ξεχάσω να πάρω και χάρτη μαζί.
ο χάρτης θα είναι η προτροπή,
μια Ελλάδα διπλωμένη και συμβατικά πολύχρωμη.
η πυξίδα περιττή.

αλλά για πού, αλήθεια, τελικά, για πού;

σημασία δεν έχει η άφιξη.
στην αναχώρηση ανθίζει η χαρά, στην πορεία.
κι αν μετανοιώσω, ανάποδα ξεδιπλώνω το χάρτη:
ίσιοι, ταχύπλευστοι όλοι οι δρόμοι επιστροφής,
νικημένο το άγνωστο,
άσχετο πού...



ΑΥΘΥΠΟΒΟΛΗ

γύρω μου
παλαιά εικονίσματα
στοχάζονται.

περιμένω μια κίνηση
μια φωνή να μου κρυφομιλήσει
να με ρωήσει:
κι εσύ; κι εσύ;

τότε εγώ
τα χείλη μου
στα λαδωμένα χρώματα
άφεση εκλιπαρώ

για ένα άλλο μου εγώ.



ΑΥΡΙΟ

σήμερα ήταν η πολλή βροχή.

κι όμως έμεινα έξω στους δρόμους,
έξω στους κήπους, έξω στα θέατρα.

με κάποια ελπίδα;

αλλά πουθενά το θάρρος να ζητήσω περιπέτεια.
ενώ για μένα όλα είναι ακόμα εφικτά.
δεν μ’ έχει στιγματίσει η ζωή με χτυπήματα καίρια
κι αμείλικτες απογοητεύσεις.
όλα είναι ακόμα δυνατά:
ενθουσιασμός, μέθη, ηδονή σε μεγάλες δόσεις,
πίστη...

σήμερα ήταν η πολλή βροχή.

κι όμως έμεινα έξω στους δρόμους,
χωρίς να θέλω τίποτ’ άλλο
παρά λίγη ώρα μοναξιά και ψύχρα,
για να νιώθω, αύριο,
πόσο όμορφα, συναρπαστικά, ζεστά
τα δυό σου χέρια, τα φιλιά σου,
τα καθάρια σου μάτια
μεγάλα και μυστηριώδη.



ΑΥΤΑΠΑΤΗ

το νάσαι ελεύθερος!
το νάχεις το δικαίωμα, τη χαρά, ν’ αρνείσαι
και μέχρι τ’ αναγκαία,
γιατί αυτό απαιτεί το φιλότιμό σου.

το νάσαι ελεύθερος!
πάντα έτοιμος για περιπέτεια
για την ανακάλυψη νέας ζωής
σε παρθένα γη
στο περιθώριο του συνόλου των ανθρώπων.

το νάσαι ελεύθερος!

αλλά σε λίγο κατηγορείσαι για τυχοδιωκτισμό,
και ψίθυρος: για προδοσία.
κάποιος λόγος βρίσκεται να σε χτυπήσουν,
και στο τέλος της άνισης πάλης
δεν μένει παρά η ικανοποίηση
πως νίκησες βάρβαρα πνεύματα,
πως λύγισες ίσα να σ’ αφήσουν να σταθείς,
πως ήσουν
ο τελευταίος των τελευταίων.

No comments:

Post a Comment