9.2.11



ΓΕΝΟΣ

ποιοί είμαστε;
άνθρωποι γεωργοί-ποιμένες-ψαράδες,
που απ τη σμίλη των γλυπτών:
σε συμπόσια ομοτράπεζοι θεών!
Έλληνες,
με λαλιά καλή,
που γίνεται ποίηση
για να ρωτάμε, για να ρωτάμε:
ποιοί είμαστε;




HOER

er zal veel tijd toe nodig zijn,
een kras begeren.
van elke man de bijtende lippen
de wrange geur
en het zweet en het hijgen
verdragen,
en toch wulps zijn,
bereid zijn,
- hoer!

tussen twee paarstonden in,
denk je na, wacht je…

er zal veel tijd toe nodig zijn.
elke dag wordt de blik vranker,
een uitdaging.
alleen,…
er is die kilte binnenin,
de stemming van een zolderkamer
waar men zelden kwam
en plots weer staat,
            middenin,
groot en droef…

en moe,
want het is net als vroeger.



HOSPITAAL

matwitte muren en altijd-nette gangen,
het gedempt geluid,
men weet niet waarvan ‘t komt.
en schaduwen van levens
die geruisloos, traag en droev’
een deur ingaan,
waarachter evenzeer
meer leven wacht, als dood.

dit is een hospitaal,
een grote kerk.
maar… stil…
men laat begaan.




ΓΕΡΟΦΥΛΑΚΑΣ

είναι γέρος.
για δέκα καρβέλια ψωμί
δουλεύει μέρα και νύχτα,
δεν κοιμάται σχεδόν.
το ηλιοβασίλευμα κάθεται στην άκρη
και μας κοιτάζει
και ζητιανεύει κουβέντα.

εμείς οι νέοι
τον χαιρετάμε γρήγορα,
και τρέχουμε για γλέντι και πρόχειρο έρωτα.

χτες – και τί παράξενο! –
τον ακούσαμε να βρίζει τα αφεντικά
και τους άλλους, μπορεί κι εμάς.
τί είχε συμβεί δεν θα το μάθουμε ποτέ.
μόνο μας είπε, αργότερα:
ατυχία, δεν τα ξέρετε εσείς, παιδιά.

αχ, τί δεν ξέρουμε, κύρ’ Ανδρέα,
εμείς που απόψε τρέχουμε
για μέθη και κλούβιο έρωτα...



ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΝΑ

στον ήλιο είσαι πιο φτωχή.
το γραφείο έχει χαράξει το χαρακτήρα σου
με αυστηρές γραμμές.
ο έξω κόσμος καταντάει δευτερεύουν,
εδώ στο κέντρο κάθεσαι κι ανατάσσεις εξουσίες.

αυτά που πέρασαν, ο καημός του έρωτα
μιας μέρας νειάτα,
τα βράδια πανηγυριού που κρύβαν
ένα κενό, μια απουσία,
αυτά πέρασαν.

και δεν σου μοιάζει πια η χτεσινή εικόνα.
προχωράει η μέρα, στο αρχείο η μοναξιά.
μόνο,
κοντά στο σχόλασμα
διαβάζοντας αυτούς τους στίχους
ξεκλειδώνεις άθελά σου
αυτά που πέρασαν.

εκείνη την ώρα
κάποιος φόβος αιωρείται στη σιωπή
- όλοι φύγαν -
ναι, κάποιος φόβος...



ΓΛΑΡΟΙ

ζέστη αφόρητη.
η αμμουδιά μεγάλωσε ανεξήγητα,
πεύκα ευωδιαστά ως χτες, οικεία,
έγειραν απειλητική την κόμη αφόρητα ακίνητη,
κι αψύς ο ιδρώτας ο παροξυσμός
τα οράματα αγνά του έρωτα παραμόρφωσε οικτρά.

άνθρωπος μικρός σ’ έναν τεράστιο ακτόκοσμο,
ποιά φιλιά αποτόλμησα να διεκδικήσω;

αλλά ενώ μεγαλοσχημούσα στα λόγια σαν φυλακισμένος,
παιδιά ελαφρά πετούσαν τα χαλίκια πάνω σε ήπια θάλασσα,
χωρίς αναζήτηση περιττή,
χωρίς να φοβηθούν οι γλάροι.

No comments:

Post a Comment