31.1.11



ASSISI

ongevraagd zijn er mensen gekomen.
ik zweeg tot dan,
mijn woord was voor de vogels alleen;
die luisterden toch niet.
maar mensen vragen wat,
veroordelen dan en spotten.
en de kinderen kijken toe en begrijpen niet,
zoals de vogels.

ongevraagd bleven mensen komen,
het hart gesloten, vijandig
- want ieder lied kwetst wel iemand.
ik kan die onvrede niet doorbreken,
ik kan de kinderen niet tot getuigen roepen,
ik kan niet vluchten naar elders,
ik kan niet eens meer verbitterd zijn,
lied.

ongevraagd zijn er mensen gekomen
naar een nog armere mens.




BEDOT

wat zou ik zijn als ik geen dichter was?
zeeman misschien, genieter van ‘t leven
in alle havens;
of bouwarbeider, een zingende man
op stellingen, onder blauwe hemel;
misschien ook wel… monnik,
geest in dienst van God!

wat ben ik nu als dichter nog?
verworpeling die opkijkt naar de metsers,
naar de zwoegers in open hemelvelden;
dichter, meer dan eenzaam, want verlaten
in de branding van het lot.

zeelui, monniken, bouwarbeiders,
onbevredigd zijn wij allen,
geen genot kan ons de jeugd,
geen genot, het leven geven, dat wij dromen
in grijze jaren, in winterdagen:

wij hebben voortijdig onszelf bedot.





ΑΙΧΜΕΣ

κάψα μεσημεριού.
οι αναμνήσεις εφτά καλοκαιριών
φέρνουν τη ζέστη ως μέσα στο νου.
καυτά αγχώδη ερωτηματικά,
τόσες ώρες σπάταλα σκορπισμένες
σε δυό-τρεις αμμουδιές,
σε παράκοσμα βραχοτόπια.
ηδονή της φωτιάς,
και το ήμερο γλύμμα της θάλασσας
παρηγοριά κοντά στο ηλιοβασίλευμα.

κάψα μεσημεριού.
αιχμές αμβλύνονται.





ΑΚΜΗ

σ’ όλη την πόλη αφήσαμε ίχνη.
και η πόλη δεν φτάνει
και η χώρα δεν φτάνει.
σ’ όλη τη γη θα αφήσουμε ίχνη
ανεξίτηλα.

για την πορεία ετοιμάσου.
τέλος στα ποιήματα, στα μισόλογα,
στην ειρωνία ασπίδα.
έχε στο νου ένα γαλάζιο σκοπό:

πως δυό νέοι ζήτησαν την εύνοια των θεών,
κι οι θεοί με άδεια χέρια
τους μακάριζαν.





ΑΚΡΑ ΠΡΟΣΗΛΩΣΗ 

ο ήλιος άσπρισε όλους τους τοίχους.
κάτω στη θάλασσα, βράχος συναγωνίζεται βράχο
στην εντονότερη φωτοσκίαση.
το κύμα αδύνατο να αποκοιμηθεί.

και στην άμμο της προσμονής,
τη χυτή άμμο,
αργά κλείνω τα χέρια μου
και σφίγγω, σφίγγω τη γή,
τόξο η μέση μου από ακραιφνή ηδονή,
τεντωμένη
από άκρα προσήλωση
στο όνειρο: εσύ δίπλα μου...





ΑΛΙΚΑ

είναι όλα απλά:
χέρια χείλη σμίγουν,
δάχτυλα χείλη θηλές ρηγούν,
η ανάσα μου οριοθετεί
το σώμα σου πτυχή προς πτυχή.

ηδονικά σταλιάζουν τα δευτερόλεπτα,
άλικα το αγκάλιασμα θεριεύει,
στο κάτω χείλος σου, άλικα.

No comments:

Post a Comment