30.1.11


AFWIJZEN…

je hebt geen geneesmiddel
voor de gote pijn van mijn leven:
mijn eenzaamheid.
je hebt niet het hart
dat ik wou voelen kloppen naast mij,
diep in de nacht;
niet de warmte die ik begeer.
ons samenzijn? wellustbehoefte,
wellust alleen.

je hebt niet de handen
die mijn lenden zouden strelen,
die door mijn haren zouden gaan
- zacht, o zo zacht -
je hebt niet de ogen
waarin ik kan verloren liggen,
mijzelf vergeten, ogen
die mij tot iets groots aanmoedigen,
ogen van vuur!

je hebt niet de gebaren,
niet de woorden
die mij kunnen bekoren.
je hebt niet die drang van mij,
voor dat eeuwige, altijd dolen
zonder maat, zonder doel,
zonder uur…





ALDAAR

het gedicht dat ik schrijf,
is er één van dreinende armoe.
want zelfs in een doolhof
van rijkdom en grootheid aldaar,
zo blijv ik hier toch,
langs straten en pleinen,
een bedelaar…

geen armoe is groter
dan deze van hem die de liefde verloor.
en alles ontbeer ik:
waar ik van eenzame reizen terug
mijn zwijgend huis betreed,
vreemdeling opnieuw in de stilte,
gonzend zwaar.
want opnieuw ben ik maar
een bedelaar…

de vreugde van een kinderhand
in een grove mannenklauw;
de hartstocht van nachten, uren,
van drift onbezadigd, steeds getrouw in haar,
zij zijn mij ontgaan.
ik wankel langs eindeloze muren langs
een bedelaar…

en toch,
bij elk ontwaken uit lege nachten,
vind ik op bloemen dezelfde dauw, en helder klaar
telkens de hoop nog, op schoner leven,
de gloed van een kinderhand, in het licht van de zon,
de zon, aldaar! 




210467

με προστατεύει ο νόμος
και με πατάει
για να μη με πατήσουν – ποιοί άλλοι;

για το καλό του τόπου
είναι η ανάγκη αυτή.

έχασα το άτομό μου,
έγινα φάκελος.
περνάω από γραφεία και λογοκρισίες:
οι καταδότες κάναν καλά τη δουλειά.

έγινα φάκελος.
αύριο, μεθάυριο θα μάθω τα εγκλήματά μου
και ποιό νησί, ή και ποιός τοίχος
θα έχει την τιμή!

άτιμος τόπος,
που τέτοια τέρατα έθρεψε
και τώρα σιωπά και φοβάται!





ΑΘΑΝΑΣΙΑ


το σπίτι ζει με την πνοή σου.
μπήκα σ’ έναν κήπο άφταστης δροσιάς.
ένα φιλί σου είναι τέλειο.
σκορπίστηκαν οι ώρες, πεπλώθηκε το φως,
όλο το δωμάτιο γέμισε με το είναι των δυό μας!

ένα χάδι σου είν’ ένας κόσμος προσδοκίες!
λάμψεις κόκκινες, βαθυγαλάζιες,
το πράσινο εναγκάλιασμα.
είσαι τέλεια!
είσαι δική μου!
είσαι τέλεια!
είμαι η οργή!
σ’ αγαπώ σ’ αγαπώ!

πανήρεμο απόγευμα.
ήλιε,
τί ήρθες και ξύπνησες δυό σου παιδιά;
σε τίποτα δεν άλλαξε η ζωή:
θάμαστε αθάνατα νέοι!





ΑΔΙΕΞΟΔΟ

ο δρόμος έχασε τα βήματά μου.
από τη νύχτα πέρασα δειλά στο φως του σπιτιού.
δεν με περιμένει κανείς.

τα ποιήματά μου βρήκαν τον ποιητή τους, επιτέλους.
αλλά οι τοίχοι έμειναν τοίχοι.
δεν με περιμένει κανείς.

σ’ ελάχιστα λεπτά θα ξαναφύγω, δειλά όπως ήρθα.
έφτασα δω με κάποια ελπίδα,
με σχέδια πολλά και μελετημένα
- ποιός με θυμάται; ποιός φταίει; -
ο δρόμος τουλάχιστο είναι μια κατεύθυνση,
δεν αδιαφορούν οι πέτρες, τη σκιά μου
τη δέχονται.
κι όπως αλλού τα γέλια, τα τραγούδια, ο χορός,
εκεί που κατευθύνομαι
μόνο τα βήματά μου ακούγονται.
μοιραία καταλήγω εκεί που
δεν με περιμένει κανείς.

No comments:

Post a Comment