Showing posts with label Μυκήνες. Show all posts
Showing posts with label Μυκήνες. Show all posts

23 March 2011


Τις επόμενες μέρες θα ακολουθήσουν ποιήματα που ο ποιητής τις ενέταξε σε συγκεκριμένες ενότητες: Γένος, χαμένες πατρίδες, Πολυτεχνείο, εργασία.


1. ΓΕΝΟΣ

Το ερώτημα: ποιοί ήμασταν, ποιοί είμαστε, πώς θα εξελιχτούμε; απασχολεί τον ποιητή, που σε λίγους στίχους προσπαθεί να προσεγγίσει, ανορθόδοξα ίσως, μια πιθανή απάντηση.

Στο πρώτο ποίημα, το ερώτημα ενώ φαίνεται να λάβει δοξαστική απάντηση, επανέρχεται στο αρχικό αγχώδες ερωτηματικό.

Στο δεύτερο ποίημα συνοψίζεται σχεδόν όλη η ιστορική πορεία του Έλληνα: στην αντίθεση των ειρηνικών χρόνων της Μινωικής Κρήτης με τη μετέπειτα συνεχή τάση για πόλεμο και διχόνοια. Είναι γεγονός ότι από τους Μυκηναίους και μετά, δεν λείπει ποτέ η διχόνοια – με εξαίρεση τους αιώνες κατοχής από τους Ρωμαίους και Τούρκους...

Στο τρίτο ποίημα επισημαίνεται η έλλειψη ικανής ηγεσίας. Τυπικά ελεύθεροι, οι Έλληνες εξακολουθούν να μην είναι κύριοι του οίκου τους. Και η πραγματική συμφιλίωση δεν έχει συντελεστεί...

Το τέταρτο ποίημα απευθύνεται στη νέα γενεά: να κρατά ζωντανή την ιστορική μνήμη.



ΓΕΝΟΣ

ποιοί είμαστε;
άνθρωποι γεωργοί-ποιμένες-ψαράδες,
που απ τη σμίλη των γλυπτών:
σε συμπόσια ομοτράπεζοι θεών!
Έλληνες,
με λαλιά καλή,
που γίνεται ποίηση
για να ρωτάμε, για να ρωτάμε:
ποιοί είμαστε;



ΜΕΤΑΜΙΝΩΙΚΑ

εν αρχή
ο άνθρωπος.

μάθαμε, ξένε,
ότι αξία υπέρτατη ο άνθρωπος,
εν ειρήνη,
εγώ, εμείς, εσύ, αδερφικά.

αλλά όταν στα λιμάνια, στους κήπους της Κρήτης
φάνηκαν οι Μυκηναίοι,
και θεοί νέοι
ερωτεύτηκαν κι απήγαγαν
τα αγόρια μας, τις κόρες μας,
μαχαίρι αντί άροτρο
χτυπήσαμε στη φωτιά.
κι απ τα παράλια του νησιού
προς βορρά και όπου γη ελληνική,
ο Άρης έκτοτε εφορμά:
νέα θελκτική Αφροδίτη γυρεύει,
βάναυσα να της σπάσει
της Ήρας τον Κεστό.



ΕΘΝΟΣ ΑΚΕΦΑΛΟ

αγριεμένο δειλινό:
τα σύννεφα έσπασαν έναν κλοιό
από αγνό φως
και γέμισαν τον ουρανό με κόκκινες κραυγές.
στα σπίτια εισχωρεί ένα κρύο ρεύμα.
κλείστε! κλείστε τα όλα! χωθείτε μέσα!
μίσος μπήκε στις καρδιές...
Δεκέμβρης ήταν, Δεκέμβρης μήνας.

έως απόψε σαν τι μάθαμε;
μια θλιμμένη γενιά ψυχοζεί κι αργοπεθαίνει.
οι παλιές βρισιές ακόμα ακούγονται,
σταματά απότομα μια φιλική κουβέντα.
σκιές περνάνε, μάτια κοιτάζουν μακριά.

αγριεμένο δειλινό, σκέψεων διχασμός...

ποιός;
μα ποιός προφήτης
ποίος εθνομάρτυρας
θα μας συγκινήσει;
ποιά δύναμη, ποιό φιλότιμο
ήρεμο δειλινό θα μας δώσει, νύχτα ελεούσα,
για τόσους από μας σφραγίδα λησμονιάς;
και για τα παιδιά μας
αυγή σαν ύμνος
και νέο φως;



ΕΘΝΟΣ

σήμερα θα δούμε τα αρχαία, τα αρχαία
τα νέα μας αρχαία.
ένα τείχος γκρεμισμένο, βάσεις για αγάλματα,
σε μια ατμόσφαιρα σαν πρόσφορη για ερωτικούς προλόγους
υψηλού επιπέδου και αρχαιοπρεπείς.
σήμερα τα αρχαία, τα αρχαία,
αλλά σκέψου πως είμαστε πάλι άνθρωποι από σάρκα,
ενώ τα μάρμαρα ρήμαξαν, αιώνες πολλούς πίσω,
όταν αποχώρησε θλιμμένα ο θεός Παν,
όταν οι Έλληνες αποτάχτηκαν τ’ όνομά τους,
τα ήθη, τους θεούς.

λοιπόν,
μην τα ξεχνάμε αυτά εμείς,
σήμερα εμείς,
εμείς στ’ αρχαία. τ’ αρχαία.






Gedichten en teksten in ‘t Nederlands verschenen van 29 Januari tot 10 Maart 2011.

07 March 2011

 

ΟΝΕΙΡΟ


κάτω απ τη λεπτή βροχή
φεύγω για το λιμάνι,
επιθυμώντας.

στα πλοία δίπλα ούτε ψυχή,
κλειστά τα σπίτια, γυμνά τα δένδρα.
φεύγω για το λόφο,
απορώντας.

τα πάντα γραφικά στενά τώρα αδειανά.
μα τί σιωπή! τί άχρωμη ώρα!
τρέχω πίσω στην πλατεία, τρέχω
αναζητώντας
φωνές μικροπωλητών,
το “ορίστε” των εμπόρων έξω από τα καταστήματα
- αναζητώντας επαφή.

αλλά ούτε κίνηση καμιά, ούτε φωνή.

στά μάρμαρα του θεάτρου τα φαιά,
ηθοποιός μαζί και θεατής,
πάω να λύσω τον εφιάλτη,
ομολογώντας:

πολιτεία!
παραδίνομαι στους νόμους σου,
στη χρηστή ηθική!

και ξαφνικά: μα τί βοή!
ανθρώπων, πλοίων, μηχανών!
σπάνε τ’ αυτιά μου!
και τί φως!

ήλιος έξω στην αυλή.
ένα σπουργίτι με ρωτάει:
ποιά πολιτεία;
είναι πρωί.



ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ...

με σμίλεψε ο Ήλιος Απόλλων
ο πατέρας της φυλής.
με μεγάλωσε η Γη Μητέρα Δήμητρα.
σαν έφηβος τα καλοκαίρια την Κόρη λαχταρούσα,
αλλά στη θάλασσα ανδρώθηκα
κοντά στον Ποσειδώνα.
παιδιά μου η Αθήνα,
οι Μυκήνες,
η Κνωσός.
από την Πέλλα είδα τους ορίζοντες
ν’ απλώνουν, ν’ απλώνουν, ν’ απλώνουν τόσο
που Ελλάδα και Κόσμος ένα γίναν,
μιά αλήθεια, ένα φως.
τι Πτολεμαίοι, τι Σελευκείς!
αλλά στο Βυζάντιο, στην αχή του χρυσού
των αυτοκρατόρων και πατριαρχών,
ξέχασα τον ήλιο, τον ήλιο, πώς θώπευε
τ’ αγάλματα.

ποια δόξα μού έταξαν κι
έσπασα το χαμόγελο των κούρων;
ποια δόξα, κι έμεινα προσκυνημένος,
Αλέξανδρος μικρός εγώ,
κοντά δυό χιλιάδες χρόνια
γονατιστός σε φως κεριών...



ΟΡΦΕΑΣ

γέμισα τα μάτια μου
αγαλματένια μέλη.
γέμισα τα χέρια μου φωτιά,
τους μηρούς σου, το στήθος σου
φιλιά.
ήταν η στιγμή να δοθώ
να γίνω κομμάτια, σπασμός
ακατάσχετης ηδονής.
γλυκό τέλος και νέα αρχή.

αργότερα,
κι όπως γύρω μας ψηλή η χλόη το χάδι
η καλοσύνη της άνοιξης,
με τραγούδι δικό σου
έλα να με ξυπνήσεις,
Ευρυδίκη...



ΟΣΟΙ ΑΓΑΘΟΙ

είπε ο βράχος στον ουρανό:
“ιδού ο άνθρωπος, ελαφρός σαν ζωάκι”

είπε ο ουρανός στο βράχο:
“ιδού ο άνθρωπος, που τον πλάκωσα στο βράχο του”

κάτι είπε να πει ο άνθρωπος και στους δυό,
βράχο κι ουρανό,
αλλά θυμήθηκε τον ήλιο κι αποκοιμήθηκε…



ΠΑΡΑ ΠΕΝΤΕ

το νησί όμως είναι απέναντι, πολύ κοντά,
και γύρω μας τεράστια πλοία
ετοιμάζονται για μακρινά ταξίδια.
από τα μάτια του νησιού όλα θα περάσουν
θα περάσουν...
κι όμως είναι τόσο κοντά το νησί,
λες να φτάσεις με μιας ώρας θαρραλέο κολύμπι;
αλλά η θάλασσα προβάλλει εχθρική
και υψώνει κύματα.
μέρες περνάω στην άκρα προκυμαία,
ελπίζοντας.
στην πόλη πίσω μου οργιάζει η συνωμοσία
και καίγονται βιβλία και εικόνες.
δεν θα προφτάσω.

04 March 2011

 

ΜΥΚΗΝΕΣ


ακόμα στάζει το αίμα!

απ το λιμάνι του Ναυπλιού
έφυγε το τελευταίο πλοίο.

τ’ άρματα χώθηκαν βαθιά στη γη.

ο ήλιος ξέχασε
- τί φρίκη! –
ξέχασε…



ΝΑΥΠΛΙΟ

οι σκάλες τριάντα ή τριανταδυό.
τα κυπαρίσσια φρουροί του ναού και του Αιγαίου.
το μεσημέρι είχε αποσύρει
όλους τους ανθρώπους του, διακριτικά,
και μείναμε εμείς.

μίλησα με δέος για ένα νεκρό παρελθόν.
ας τολμούσα τέτοια ώρα να μιλάω για το παρόν,
να φανερώνω τον ήλιο, να σημαδεύω τόπο και μέρα.

αλλά τόση ομορφιά γύρω μας
γιατί να την καλύψω με λόγια;
γυρίσαμε το χώρο του μικρού ναού ανέμελα,
σαν να ήταν το ταξίδι μας μόλις στην αρχή,
ένα ξεκίνημα.

ίσως γι’ αυτό,
φεύγοντας για την πόλη και για τους ανθρώπους,
πριν κατεβούμε σκάλες τριάντα ή τριανταδυό,
μπρος στη θάλασσα την ηλιοχαϊδεμένη,
ηδονικά πήρα βαθιά ανάσα.



ΝΕΑ ΑΡΧΗ

αρχή κάνω
νέα, θαρραλέα.
ανοίχτηκα στο βουνό με βήμα προσκυνητή.
αραίωσαν τα δάση,
ψηλά η κορυφή υπόσχεται σπάνια συγκίνηση,
του αετού τον ορίζοντα.
προσκύνημα στους αρχαίους θεούς του έρωτα,
αρχή κάνω.



ΝΕΑ ΗΔΟΝΗ

κανένα σχήμα πια αδιανόητο:
τα θαύματα της γης ξεπερασμένα στο διάστημα,
και το διάστημα ένας αριθμός
σε σημειωματάριο παιδιού,
που δεν είναι πια παιδί.
δεν βρίσκεται άλλη, καινούργια ηδονή
τόσο νέος και να φοβάμαι
μια έστω επανάληψη.
πώς πίνω κάθε μέρα νερό
με την ίδια ευχαρίστηση;
το καθημερινό ψωμί, γάλα κάθε πρωί...

πώς;

πώς ίδια λέω λόγια χωρίς πίστη;
αποκαλώντας ποίηση, τέχνη
την κάθε παραξενιά ευάρεστη στο μάτι ή στ’ αυτί;



ΝΕΟ ΣΠΙΤΙ

αυτό το στενό έχει ήδη μια ψυχή.
εδώ θα ζήσουμε, εδώ θα χαρούμε το καλοκαίρι,
τα μύχια του έρωτά μας,
εδώ θα διώξουμε όποια μελαγχολία του χειμώνα.

χτες ήταν ο ήλιος όλο καλοσύνη.
τα παιδιά – σαν των ονείρων μας –
τρέχανε και παίζανε κυρίαρχα,
ενώ η μεγάλη μου σκιά
απαρατήρητη πέρασε στην άσφαλτο.

μερικά παράθυρα κοιτούσαν με σοφή περιέργεια.

χαμογέλασα,
αυτό το στενό έχει ήδη μια ψυχή.