Showing posts with label Βυζάντιο. Show all posts
Showing posts with label Βυζάντιο. Show all posts

14 March 2011


ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΓΙΑ ΤΟ ΣΠΙΤΙ

αναμένοντας τα πλοία με τα εξωτικά ονόματα,
ο ορίζοντας ανοίγει, πλαταίνει.
τα βράχια εδώ καταντούν όγκοι επιθυμιών:
σε τόσο δα νερό, ολόκληρη ζωή, πόσα όνειρα!

μετριάσαμε όποια χαρά,
κλείσαμε καλοκαίρια ξένοιαστα.
όλοι οι ξένοι έφυγαν.
πού βρίσκομαι; τί γυρεύω;
σύννεφα όλο και πιο πυκνά
ένα-ένα με απογυμνώνουν σε ψύχρα
απροσδόκητη.

αναμένοντας τα πλοία με τα εξωτικά ονόματα,
ξένοι γινόμαστε όλοι
για ενός ονείρου διάστημα.
και μας κοιτάζουν τα παιδιά,
στο δρόμο για το σπίτι
παράξενα, απορημένα...



ΣΤΟΥΣ ΚΡΙΚΟΥΣ

τρίχες όλα
όλα ματαιότητα
τίποτα το φυσικό
κοίτα να γλυτώσεις έγκαιρα
κράτα γερά τους κρίκους.



ΣΥΓΚΡΙΣΕΙΣ

τοπία παρθένα που τα αγγίζει ο αφρός το κύμα,
τοπία λεπτής άμμου με βράχια φύλακες,
τοπία νωχελικά βγαλμένα από τη θάλασσα
που είναι η κάθε αρχή,
τοπία τόσο δικά μου όσο και ξένα:
για τους αχινούς η Πειραϊκή είναι ο κόσμος όλος,

και μικρόκοσμος η δική μου αρχή.



ΣΥΝΝΕΦΟ

η καινούργια μέρα
σήκωσε πολλή σκόνη
στους δρόμους.
ο ήλιος για λίγο
κρύφτηκε.
πάλι ένα σύννεφο,
σκέφτηκα.



ΣΥΝΟΡΑ

από τα βαθυπράσινα τα δάση της Ροδόπης,
περνώντας με γραφή μυστική τη Σαμοθράκη,                                    
σε χαιρετώ, Αιγαίο αδερφέ,
λευκή περιβεβλημένος την επιβλητική μορφή του Βυζαντίου.
οροσειρές σου φέρνω.
είμαι ο Βορράς, η δύναμη της φυλής
μέσα στη χειμάζουσα ιστορία.

Σέρρες του Στρυμόνα,
Δράμα των Φιλίππων,
Ξάνθη, Κομοτηνή, Ορεστιάδα εσχατιά,
είμαι η ασπίδα κι ο νοσταλγός.

πατάς τη γη μου και καλόβολα σου γελάει
όλη η Ελλάδα!




Gedichten en teksten in ‘t Nederlands verschenen van 29 Januari tot 10 Maart 2011.

12 March 2011


ΣΕΙΣΜΟΣ

τόσα σύννεφα στον ουρανό της γειτονιάς μας!
τόση βρόχη έτοιμη να πέσει!
σε στέγες ετοιμόρροπες, σε σεισμόπληκτα σπίτια!
πόσο λίγη είναι μια ώρα για να στηρίξουμε
τα σπασμένα δοκάρια
όταν κάτω από τα λειψά κεραμίδια
ο αέρας δυναμώνει με μοιραία βοή.

χτες ακόμα τρέχαμε στους κήπους του καλοκαιριού
ανένδοιαστα.
χτες ακόμα κρατούσαμε τον ήλιο ελαφρά στα χέρια,
την εμπιστοσύνη στη μοίρα μας.
οι ώρες δεν έφταναν,
οι μέρες ξεχειλίζαν,
τί να πρωτοθυμηθούμε.

κι έφτασε η ώρα του σεισμού:
τα σπίτια μας χαιρέκακα
να θέλουν να μας σκοτώσουν
αδιάκριτα, τυφλά στη νύχτα
που είχε ανάψει από τις φωνές.

τόσα σύννεφα στον ουρανό της γειτονιάς μας!
τόσα σύννεφα πάνω από τις γωνιές του κόσμου!
και τόση βροχή έτοιμη,
εκδικητικά έτοιμη να πέσει.



ΣΗΜΑΔΙ

αναποφάσιστος καιρός.
πέντε λεπτά ψιχάλα, ανοίγματα γαλάζιο
να πασχίζουν να κρατήσουν αλκυονίδα τη μέρα
στο νέο ημερολόγιο.
αλλά πόσο αναιμικός ο ήλιος,
πόσο λίγος.

κι εγώ
αναποφάσιστος, τετράγωνα γυρίζω,
πεζοδρόμια, λεωφόρους, πλατείες, συνοικίες,
ακάματος,
και κάθε ιδέα, κάθε σκέψη κι έμπνευση για δράση,
για έργο, για κίνηση, το ένα το άλλο,
με καθυστέρηση μου βγαίνει.
και τίποτα δεν κάνω, τίποτα δεν γίνεται.
ως κι η κούραση άσκοπη.

η ζωή ένα σύννεφο, σκέφτομαι,
κι από το πλακόστρωτο
δεκάδες, εκατό τα περιστέρια
σμήνος στον ουρανό.



ΣΗΜΕΡΑ 

τρεις μέρες βασανιστικές,
τρεις μέρες όνειρα ακατάληκτα,
τρεις μέρες ακόμα
πέρασαν, ξεχάστηκαν
σ' ένα λεπτό.

ήρθες, σήμερα προχωράει η ζωή,
τραγούδι ξεσπάει, τη γλώσσα μου δαγκώνω,
αλλού κοιτάζω,
για να χωράει η χαρά κύμα-κύμα
σαν ποίημα στο στόμα μου,
σαν άλκιμο φιλί.



ΣΙΦΝΟΣ

από εκκλησία σ' εκκλησία
γυρεύαμε το απόλυτο λευκό.

μεσημέρι, στο υπέρλιτο δωμάτιο δώματος
με ανακούφιση
διώξαμε τον ήλιο πέρα από τα παραθυρόφυλλα,
και είδαμε στο ημίφως το προκλητικό
τα σώματά μας μυστηριώδη, ερωτικά.
και θαύμα φωτός μας έντυσε : δυό νέοι μελαχροινοί
σε άσπιλο σεντόνι δροσερά επιθυμητό
απόλυτου λευκού !



ΣΚΙΑ

ταξιδεύοντας σε ελληνική γη
από το Βυζάντιο στην Ιθάκη,
απ την Κνωσό στα Άβδηρα,
στο Αιγαίο της λευτεριάς,
ασύγκριτα νέος νιώθω στη δίνη του ταξιδιού.
παρατηρητής, ξένος ακόμα,
που τα ονόματα χωριών και πόλεων
ανοίγουν άλλες τόσες μέρες ζωής:

θα γυρίσω! θα γυρίσω!

ταξιδεύοντας σε ελληνική γη,
σε γνώριμη θάλασσα,
ίδια διαδρομή για δεύτερη φορά,
στη Δωδώνη, στο Άργος, στους Φιλίππους, στη Φαιστό,
ξένος θεατής σε άδειες κερκίδες
φωνάζοντας σαν κήρυκας, επιμένω:

θα γυρίσω! θα γυρίσω!

ταξιδεύοντας σε ελληνική γη,
στ’ ανοιχτά, άραγε
από ποιό νησί
δεν θα γυρίσω;




Gedichten en teksten in ‘t Nederlands verschenen van 29 Januari tot 10 Maart 2011.

07 March 2011

 

ΟΝΕΙΡΟ


κάτω απ τη λεπτή βροχή
φεύγω για το λιμάνι,
επιθυμώντας.

στα πλοία δίπλα ούτε ψυχή,
κλειστά τα σπίτια, γυμνά τα δένδρα.
φεύγω για το λόφο,
απορώντας.

τα πάντα γραφικά στενά τώρα αδειανά.
μα τί σιωπή! τί άχρωμη ώρα!
τρέχω πίσω στην πλατεία, τρέχω
αναζητώντας
φωνές μικροπωλητών,
το “ορίστε” των εμπόρων έξω από τα καταστήματα
- αναζητώντας επαφή.

αλλά ούτε κίνηση καμιά, ούτε φωνή.

στά μάρμαρα του θεάτρου τα φαιά,
ηθοποιός μαζί και θεατής,
πάω να λύσω τον εφιάλτη,
ομολογώντας:

πολιτεία!
παραδίνομαι στους νόμους σου,
στη χρηστή ηθική!

και ξαφνικά: μα τί βοή!
ανθρώπων, πλοίων, μηχανών!
σπάνε τ’ αυτιά μου!
και τί φως!

ήλιος έξω στην αυλή.
ένα σπουργίτι με ρωτάει:
ποιά πολιτεία;
είναι πρωί.



ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ...

με σμίλεψε ο Ήλιος Απόλλων
ο πατέρας της φυλής.
με μεγάλωσε η Γη Μητέρα Δήμητρα.
σαν έφηβος τα καλοκαίρια την Κόρη λαχταρούσα,
αλλά στη θάλασσα ανδρώθηκα
κοντά στον Ποσειδώνα.
παιδιά μου η Αθήνα,
οι Μυκήνες,
η Κνωσός.
από την Πέλλα είδα τους ορίζοντες
ν’ απλώνουν, ν’ απλώνουν, ν’ απλώνουν τόσο
που Ελλάδα και Κόσμος ένα γίναν,
μιά αλήθεια, ένα φως.
τι Πτολεμαίοι, τι Σελευκείς!
αλλά στο Βυζάντιο, στην αχή του χρυσού
των αυτοκρατόρων και πατριαρχών,
ξέχασα τον ήλιο, τον ήλιο, πώς θώπευε
τ’ αγάλματα.

ποια δόξα μού έταξαν κι
έσπασα το χαμόγελο των κούρων;
ποια δόξα, κι έμεινα προσκυνημένος,
Αλέξανδρος μικρός εγώ,
κοντά δυό χιλιάδες χρόνια
γονατιστός σε φως κεριών...



ΟΡΦΕΑΣ

γέμισα τα μάτια μου
αγαλματένια μέλη.
γέμισα τα χέρια μου φωτιά,
τους μηρούς σου, το στήθος σου
φιλιά.
ήταν η στιγμή να δοθώ
να γίνω κομμάτια, σπασμός
ακατάσχετης ηδονής.
γλυκό τέλος και νέα αρχή.

αργότερα,
κι όπως γύρω μας ψηλή η χλόη το χάδι
η καλοσύνη της άνοιξης,
με τραγούδι δικό σου
έλα να με ξυπνήσεις,
Ευρυδίκη...



ΟΣΟΙ ΑΓΑΘΟΙ

είπε ο βράχος στον ουρανό:
“ιδού ο άνθρωπος, ελαφρός σαν ζωάκι”

είπε ο ουρανός στο βράχο:
“ιδού ο άνθρωπος, που τον πλάκωσα στο βράχο του”

κάτι είπε να πει ο άνθρωπος και στους δυό,
βράχο κι ουρανό,
αλλά θυμήθηκε τον ήλιο κι αποκοιμήθηκε…



ΠΑΡΑ ΠΕΝΤΕ

το νησί όμως είναι απέναντι, πολύ κοντά,
και γύρω μας τεράστια πλοία
ετοιμάζονται για μακρινά ταξίδια.
από τα μάτια του νησιού όλα θα περάσουν
θα περάσουν...
κι όμως είναι τόσο κοντά το νησί,
λες να φτάσεις με μιας ώρας θαρραλέο κολύμπι;
αλλά η θάλασσα προβάλλει εχθρική
και υψώνει κύματα.
μέρες περνάω στην άκρα προκυμαία,
ελπίζοντας.
στην πόλη πίσω μου οργιάζει η συνωμοσία
και καίγονται βιβλία και εικόνες.
δεν θα προφτάσω.