28.2.11

 

ΚΡΑΣΙ


απόψε που σαν τόσους άλλους, μέθυσα
στα πολιτικά συνθήματα
και στο κρασί,
γύρισα χρόνια πίσω.

σου είχα έρθει παιδί ακόμα, ξένος, αδέξιος.
ήταν η εποχή
που φοβόμουνα σχεδόν να χαμογελάω.
ήθελα νάμαι σοβαρός, μεγάλος, όπως πρέπει.
χαμένος κόπος,
εδώ πέρα κόσμοι ολόκληροι άλλαξαν.

ήσουν όμορφη, είχες θερμή ματιά,
κι ένα στόμα που δεν ήταν για ρομαντικούς ποιητές.
από κείνει τη μέρα μούγινε κρασί η σκέψη σου.

κρασί
κρασί

κι όμως εδώ μέσα πονάει.
θέλει μαστίγιο η υπομονή, δώδεκα
μέρες έχω μετρημένες,
απ τη σιωπή της Στερεάς
στο ερωτικό τραγούδι των νησιών,
Θεσσαλία!



ΚΡΥΜΜΕΝΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ

εσύ γράφεις, γράφεις εσύ.
κι εγώ άτονα κοιτάζω το λόφο με τα σπίτια
με τα σπίτια.

και με προσπάθεια σκέφτομαι
να είχαμε κει ένα σπίτι κρυφό.
κρυφό.



ΚΥΝΙΣΜΟΣ

κι άλλο ποίημα;

ναί γιατί δεν ξεχωρίζω πια
πού η ποίηση, πού η ζωή
και κάθε μου λέξη γίνεται ποιητικός λόγος.

γιατί έχασα το μέτρο
έχασα τους ρυθμούς
των συνανθρώπων στην καθημερινότητα,
και η ποίηση χτυπάει παντού!

γιατί είδα με μάτια άλλα τα σπίτια και τα βουνά
και είδα πως
κάθαρση μεγάλη είναι αναγκαία πια
και πιο αγνό από την ποίηση, τί υπάρχει;
για παιδιά, μή μου πεις:
μεγαλώνουν και χαλάν,
συνουσιάζονται ψυχρά για χρήμα.
η ποίηση δεν εξαγοράζεται.

κι άλλο ποίημα, λοιπόν.
για να είναι πιο υποφερτό το διάστημα
που δεν θα γράφω και δεν θα διαβάζω
τα γραμμένα.



ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ

μια στάλα ελπίδα
μια στάλα θαλασσόνερο
μια γωνιά στον ήλιο
και μια ελιά.
οι παλαιές φιλοδοξίες έγιναν πολύ ανθρώπινες.

δεν θα μπούμε στην Πόλη σαν θριαμβευτές.
ταπεινή περιήγηση μάς επιφυλάσσεται
- μελαγχολία -
στην Πύλη του Ρωμανού,
προσκύνημα
στην αφ’ υψηλού Αγιά Σοφιά,
σε συνοικίες Ελλήνων
όπου σπάνια πια τα ελληνικά των αυτοκρατόρων.

συγκατάβαση καλοσυνάτη ο άλλοτε εχθρός.
αλλά το ρήμαγμα ψυχών δεν επουλώνεται,
η άπτερη νίκη δραπέτευσε.

αν και,
μια σταγόνα, μια σταγόνα ελπίδα...

WEZEN

hoewel…
ik heb hongerbehoefte aan schrijven,
méér nog dan aan daad.
oneindig veel meer dan wat geschreven staat
heb ik in weze gevoeld, beleefd, gedaan,.
en nòg moet ik veel verzwijgen
uit schaamtegevoel voor mijzelf,
om mijn eigen legende niet te niet te doen.
want een legende ontstaat er,
al zijn de Middeleeuwen ver.
na mijn dood wil ik een raadsel zijn,
stof voor veel opsporen en droom,
zoals mijn leven zelf was, is:
méér dan leven!
ik wil geladen stilte scheppen
als een bange vraag;
ziel, tot in ‘t oneindige toe,
van talloze kleine dingen:
sneeklaar de ene dag,
de andere grijs en vaag…

maar wie de vriendschap ziet
zoals ik ze zag, is mij na.
niets, in die jaren, geen vader, geen broer,
heb ik zo liefgehad:
in mijn vriend ligt mijn worden,
mijn jeudbelevenis, mijn zijn
toen, als het hoogste goed!

tot als een sein der natuur,
overweldigend,
onweerstaanbaar boeiend
de vrouw verscheen.



WINTERWEER

… en Vlaanderen in dat alles
een dorre klont aarde
waar geen ploeg door gaat.
elk werk is neergelegd,
in de ovens bakt geen brood meer
en de molenwieken dromen.
zelfs geen vogel zingt nog.

dit is winterweer
en dorheid in de ziel der mensen.



ZAAD IN VERRE AARDE

ken je de nacht, de nacht, de nacht,
die op het wiegen van een lied
jou met zijn dromen heeft omgebracht.
ken je die niet?

ken je het lied, het lied, het lied,
als van een schaamteloos verdriet
om een geliefde die jou verried
en in jouw nachten dreigt als droom,
storm op zee.
ken je dat niet?

weg met de droom, de droom, de droom,
stormen, nachten, en verdriet.
behoud mij alleen, alleen het goud
van twee talen het goud der liefde,
van twee nachten het zaad, het kind
dat jou later beoordelen zou

zonder schroom.



ΚΥΚΛΑΔΟΝΗΣΙ

ώρες κι ώρες η θάλασσα σε ταξίδεψε.
έφτασες,
και σε κατάλευκη κατοικία κύβο κατέλυσες,
απότομα ήσυχα μετά το άγχος του μικρού λιμανιού.
δες στο ημίφως την ευωδιά του δωματιού,
άνοιξε παράθυρο,
δες τον ήλιο να λιάζεται σε τοίχους έργα τέχνης,
δες το γαλάζιο – ουρανός δεν είναι
παρά θόλος μέγιστος
στο ναό που λέγεται Ελλάδα.
κι απέναντι στη σκιά - ω δροσερά τα χείλη! -
δες το χαμόγελο παιδιού της γειτονιάς,
ήλιος ίδιος.

με Κυκλαδίτες Έλληνες,
με το λαό των ειδωλίων
αναπαύεσαι απόψε, ξένε.


KYKLADENEILAND

uren en uren heeft de zee je gevoerd.
je bent aangekomen,
en ondergebracht in een al-witte kubuswoning,
in plotse stilte na het gewoel van de kleine haven.
kijk in het halfduister naar de zalige geur van de kamer,
open het venster,
kijk hoe de zon zich zonnebaadt op muren als kunstwerken,
kijk naar het blauwe –  geen hemel is het
maar de reuzachtige koepel
van een tempel met name Griekenland.
en aan de overzijde in de schaduw – o frisse lippen! -
kijk naar de glimlach van een kind uit de buurt,
de zon gelijk.

met Grieken van de Kykladen,
met het volk van de idolenbeelden
zal je later overnachten, vreemdeling.

(noot: gedicht vertaald door de dichter zelf. Toch wel eigenaardig hoe het laatste vers wordt weergegeven…)
(σημ. ποίημα μεταφρασμένο στα ολλανδικά από τον ίδιο τον ποιητή. Αξιοπρόσεκτο το πώς αποδόθηκε ο τελευταίος στίχος...)

27.2.11


VOORUITSTELLINGEN

als ik niet jong was,
zou ik niet willen zijn;
als ik niet jong was
en verrast bij elke sprong
een onbekende wereld in;
als ik geen dromer was,
geen man van idealen,
zou ik dood willen,
dood willen zijn!

als ik niet jong was
om de lente te voelen,
de drift te leven in de zon;
als ik niet jong was,
mijn overmoed niet had;
niet jong was, ongeduldig
dronken van leven en genieten,
zou ik dood willen,
dood willen zijn!

als ik niet jong was…



VRAGEN

hebben jouw ogen ooit mijn ziel gepeild
en diepten van lafheid gevonden?
voelden jouw lenden ooit
de prangen van armen
een lichaam aan anderen gebonden?
en al zag je in mijn blik
de drift en wellust, de hunkering naar
einders buiten bereik –
toch bleef je mij,
eenzaam als nooit, eenzaam,
genegen, verbonden…



WACHT

de nacht duurt lang voor een soldaat op wacht.
de wereld stil, zo stil rond de gebouwen.
en geen licht, geen licht
waarop men zich verlaten, zich vaststaren kan.
de nacht duurt lang voor een soldaat op wacht.

een uur, zo gauw voorbij,
zo gauw voorbij op het oefenplein…
maar vannacht op hetzelfde plein,
neemt het zware leven een nieuwe loop
in trage sekonden, die eeuwen duren.
en de soldaat op wacht, onder schaarse sterren,
voelt zich zo klein.

traag en sluw sluipen de uren.

ΚΟΛΠΟΣ

ο ήλιος έπαψε να κινείται.
η θάλασσα σε νηνεμία επώδυνη στην ακοή,
απόκοσμη.
πού τα πουλιά;

ένα σύννεφο λευκό
από το πουθενά
σαν υπενθύμηση.
κρυφομιλάνε πληγωμένα τα πευκόφυλλα
- πάντα αιχμηρά τα λόγια τους -
κι η σκιά περιζήτητη.

παράξενο
που ζω εδώ ακόμα,
εδώ που έφτασα, προ καιρού,
τυφλός, κλαίγοντας για φως.



ΚΟΠΩΣΗ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ

ήταν ένα καλοκαίρι σύντομο.
τόσο σύντομο
που δεν χωρούσε παρά λίγα από τα όνειρά μας,
τις γεμάτες ένταση ώρες της κάθε Κυριακής,
απογεύματα θρυλικά σε επιδιώξεις,
ηλιοβασιλέματα εκατό που χάσαμε, και λέγαμε: αύριο πια!
στιγμές της θάλασσας, στιγμές του βυθού,
στιγμές του έρωτα, στιγμές φιλίας.
χρώματα ζωηρά παντού,
στα χείλη όλων τα ίδια επίκαιρα τραγούδια,
τρεις φορές καυγάδες για μια τουρίστρια.
ήπιαμε τη θέρμη και μας έγινε φύση δεύτερη.

φθινόπωρο με βρήκε νηφάλιο, ανήμπορο
για τα όνειρα τα απραγματοποίητα τα τόσα,
που έλαμπαν σαν τα πιο ωραία!



ΚΟΡΥΦΗ

αραίωσαν τα πεύκα
αραίωσαν οι θάμνοι.
μαρμάρινη γη ενώνεται δω με τον ουρανό.
νά η κορυφή!

συγκίνηση μας κάνει να δείχνουμε
να δείχνουμε τον κόσμο κάτω, τους δρόμους,
τα σπίτια σα παιχνίδια
στην άκρη των λέξεων:
«εκεί το σπίτι μας, το σπίτι μας, εκεί το ένα, το άλλο!...»
τί σιωπή!

κι όταν από αετοί
ξαναγίνουμε δυό νέοι άνθρωποι
και σημάνει ώρα να κοιτάζουμε ο ένας τον άλλον
με το φόβο της χαράς,

ήλιε,
πες μου:
τί το καινούργιο είδαμε, και φωτεινό,
μέσα μας
τί το καινούργιο κι ωραίο;



ΚΟΡΥΦΩΣΗ

θάλασσα αμετανόητη.
η νύχτα πέφτει πάνω μας
με άνυδρο σκοτάδι.
μέσα σε σκιές στα νεόκοπα αρμυρίκια
συντελείται πάλι η αιώνια πάλη
στοργής και πόθου.

θαλασσα αμετανόητη
ρίγη εκπέμπει, ρυθμούς σκαιούς.
και ξαφνικά κοντά, πολύ κοντά μας
γέρνει ο ουρανός.
αλλά ούτε κύμα πια ακούω.
όλη η αμμουδιά πελώρια σκιά,
και γύρω από τη βιάση της ανάσας μας
σιωπή παντού.



ΚΟΣΜΟΣ ΑΛΛΟΣ

οι πολλές λέξεις της λογικής
σκότωσαν κάθε συναίσθημα.
οι λέξεις οι πολλές
μας εμποδίζουν να κοιτάζουμε ο ένας τον άλλον
με το χαμόγελο της ανεπανάληπτης στιγμής,
όταν ένας κόσμος ολόκληρος
οργιάζει, και κλεινόμαστε στην απομόνωση,
απ την οποία δεν βγαίνεις παρά με την αγάπη.
ως τα κει είν’ ο δρόμος όλο λόγια
και προσποίηση.
εκεί σκάει το φως σε μυριάδες λουλούδια.
εκεί είν’ ο βυθός της θάλασσας με τα χίλια όνειρα…

26.2.11

 

ΚΕΡΑΜΕΙΚΟΣ


ο Κεραμεικός αξίζει δεν αξίζει τ’ όνομά του.
στα ρυάκια τα πολλά βατράχια παραπέμπουν στον Αριστοφάνη,
κι απ αυτόν πάει ο νους σ’ άλλα ονόματα επιφανέστατα.
πού όμως τα μνημεία τους, τα μνήματά τους;
κι όπως αφηρημένα ψάχνω κτερίσματα στην ελώδη Ιερά Οδό.
πλησιάζουν έξι Σκανδιναυοί με χάρτη κι οδηγό,
με το πείσμα να τα δουν όλα
- και όλα, ή πολλά, τα είδαν -
λίγο τους ξεναγώ, τους μιλάω στην Κοινή τη νέα των καιρών,
υφαίνω συζήτηση, συμπάθεια εκμαιεύω,
αλλά πού αναγνώριση για τα των Πτολεμαίων,
για την εκτός Ελλάδας Ελλήνων γη,
μετά την Πύδνα, την Ιψό.
πού οίκτος για τα προγονικά μας ελαττώματα.
τί τους φταίει αυτούς η ρωμαϊκή κατάκτηση;
(κι εμας τί μας φταίνε τα βατράχια;)

είμαστε μικρός λαός.
γι’ αυτό, τα βατράχια αφήσαμε να ξεκινάν εν πομπή
από το Δίπυλο…



ΚΛΕΙΣΤΟΦΟΒΙΚΑ

έχω ψυχωθεί με τα μικρά παράθυρα,
το σπίτι αυτό μού έγινε φυλακή.
κι αν πόρτες παραβιάζω
άλλους τοίχους βρίσκω.
κι όλα τα παράθυρα είναι σαν μάτια
ολάνοιχτα κι άρρωστα.
κάποιο δάσος, κάποια νύχτα λαχταρώ,
των ημερών εκείνων
μια ανάζηση.



ΚΟΚΚΙΝΟ 

φως μελωδικό πέφτει στον ώμο σου,
τα φιλιά μας τραγουδούν.
στο κάτω χείλος σου γεύομαι κόκκινο ανεξίτηλο,
κόκκινο νωπό, το τελευταίο χρώμα που θυμάμαι
πριν γίνουν όλα,
μ' επιταχυνόμενο χτύπο καρδιάς, χρυσοκόκκινο βαθύ,
ηλιοκόκκινο ηδονής.

VERBORGEN VEELVOUD

in de hoogste huizen
brandt het kleinste vuur.

ik ga langs straten
en straten van verweerde steen;
puin
waar de zon uit het zuiden
te sterk voor is,
puin van dode minnaars,
van late woorden.

moeheid immer,
gebarsten ramen
en al nieuwe oorlog –
laat mij de sekonden maar
van elk gebeuren,
de stilte bij de dode;
een wachten maar…

traag, bij
open deuren.



VOORGESCHIEDENIS

wie de eerste dichter was, weet ik niet.
hij kon jong zijn – o ja jong, en overmoedig –
of oud en wijs, vol spijt om het voorbije.
zijn woord zou magisch zijn geweest,
en wekte eerbiedig zwijgen
in de radeloosheid van elke dag,
- het onvoldoende voedsel…
eeuwig onvoldoende -
misschien was ie niet eens bemind,
maar dichter bleef hij, de toekomst open
met een bestaan oneindig rijker
dan de herinnering
- oeroude geslachten terug -
van de grijsaards
van zijn stam…



ΚΛΕΨΥΔΡΑ 

τη βάση της κλεψύδρας τρύπησα
και κάθε μέρα συμπληρώνω
λίγη άμμο,
αδιάφορο αν νύχτα πέφτει
όπου μέρα δείχνει,
αν μέρα έχει μέρες να βρει νύχτα.

ο χρόνος θα μείνει μετέωρος,
πολλές οι προθεσμίες

για να με κοιτάξεις
με τα από μέσα μου μάτια.


ZANDLOPER

de onderzijde van de zandloper heb ik doorboord,
en elke dag voeg ik
een beetje zand toe,
onverschillig of the nacht valt
waar de dag wordt aangetoond,
of de dag al dagen naar een nacht zoekt.

de tijd zal blijven zweven,
er zijn nog veel tijdstippen voorhanden

om mij aan te schouwen
met mijn ogen van binnenin.


(noot: de Nederlandse tekst van dit gedicht is een vertaling van het oorspronkelijk Grieks gedicht, door de dichter zelf).

(σημ.: ο ίδιος ο ποιητής μετέφρασε το ποίημα στα ολλανδικά).

25.2.11


ΚΑΣΤΕΛΑ


τα σπίτια ανεβαίνουν στο λόφο,
οι άνθρωποι ανεβαίνουν στα σπίτια.
και μέσα στους ανθρώπους
πώς να μην υπάρχει απορία;

από δω η πόλη αναπαύεται.
εδώ είναι τα ανάκτορα.
εδώ οι ποιητές σημειώνουν ημερομηνίες,
για να έχει ο χρόνος αξία μετρημένη.

και κάτω ζει ένας κόσμος με την άγνοιά του,
κι ονειρεύεται πολύ ψηλά βουνά.



ΚΑΤΑΝΤΗΜΑ

έχω ξεχάσει πολλά μονοπάτια
και κανέναν δεν τολμώ να ρωτήσω
για τη σωστή διαδρομή στο τρίστρατο...
ελάχιστοι ήταν – δυο τρεις
που με συνόδευαν στην έως τώρα πορεία
για πλουσιότερη ζωή.

στην πόλη με περικύκλωσαν σιγά σιγά.
ένα πρωί, αναπάντεχα,
οι πόρτες θάναι άσπρες, οι τοίχοι άσπροι,
ο δρόμος στενότερος, πολύ στενός,
στενωπός αδιάβατη.

έχω ξεχάσει πολλά μονοπάτια.
ευκινησία ζητάει το σώμα μου, διέξοδο.
τα πεδία στην πόλη μικρά,
κατ’ εικόνα κατοίκων ανώνυμων.
πού να τρέχω;

κατάντημα να σπας παράθυρο
που σαν καθρέφτης λειτουργεί.



ΚΕΝΟ

οι νύχτες ακολουθούν τις νύχτες.
κάθε πρωί το φως το πολύ με τυφλώνει.
μεσημέρι ανεβάζει πυρετό ο δρόμος
αλλά ακόμα κι οι πιο αδικημένοι κοιμούνται.

το βράδυ σε γυρεύω.
το βράδυ, όταν ο δρόμος
τραβάει παρέες από νέους σαν κι εμάς,
το βράδυ, με προσδοκία για αύριο.

κι αύριο πάλι θα λείπεις, και μεθαύριο...



ΚΕΝΤΡΟΦΥΓΟΣ

η ποίηση κατάντησε βαρύ φορτίο.
ηλικιωμένα λόγια κρατάω γερά
και τρέχω, τρέχω γύρω απ τον κύκλο - ή μέσα; -
τρέχω μήπως σπάει το σχοινί
κι ελευθερωθώ.

νέα χρώματα φωνών,
μουσική αισθήσεων,
ήλιου ηδονή.

κι ο κύκλος όσο τρέχω και τραβάω, μικραίνει.
τυλίχτηκε το σχοινί στο χονδρό κορμό του κέντρου.
πάλι τρελά θα τρέξω σε δρόμους γνωστούς
με τα ίδια λόγια πάντα,
ως την άκρη, την άκρη του κύκλου,
κοντά, πολύ κοντά στους αγγέλους

έξω.

VAN DE SCHONE DICHTERSCHAP

eenvoud, krachtig steen.
uit ruwe groeven houwt de dichter eeuwigheid.
en stilte, dat zijn zachte tonen
waarin de dichter schoonheid zoekt.

eenvoud, stilte.
kerken en hoogaltaren:
een stap alleen
kan bidden zijn.

eenvoud, krachtig steen.
een bleke pij, een gloed door ramen
op koud marmer dat nu gloeien gaat.
eenvoud, eenvoud alleen.
ook staren alleen kan bidden zijn.

stilte, weelderig wezen,
stilte bovenal.
orgels hoog en koren, ongedwongen
voor de dichter klein.
eenvoudig, verstild leven
kan eeuwig bidden, scheppen zijn…



VAN DE VERMETELE

uitdrukken wat ik voel
zou vloeken zijn!
er is haat in mij
en mateloze drift;
de wil
deze wereld tot mijn wereld om te bouwen
en niets, geen liefde, te ontzien!

want er is haat in mij
en mateloze drift!

en weemoed nog, en vrees
van vroeger;
toen ik vertrouwen had
en idealen schiep:
de tijd
toen deze wereld mij goed leek en schoon leek,
mijn wereld was
en vrees alleen om mij, om mijn kleinheid…

nu
is er haat in mij
en mateloze drift!
alleen wie vecht, stoot
hard tegen hard,
heeft het leven, en zijn wereld
voor zich!

24.2.11


VAN DE BOER

hard land.
weinig ploegen trekken hier
hun scherpe groef.
hard land.

ik zal de akker
zacht maken, en gedwee
voor mijn werk,
zegt de boer.

hard land.
drijven nog veel onweders over
eer het zaad valt
in de groef.

hard land,
zei de vader;
zachte aarde,
zullen de zonen zeggen

van de boer.



VAN DE MOEDE REIZIGER

wij blijven beiden lusteloos verder trekken,
jij, de lucht, en ik, die in mijn wagen zit;
wat mijmering, wat grijs…
onze wereld is dezelfde horizon,
roerloos als het land
en toch op reis.

wij vinden beiden, als de avond valt,
ik, een hoeve, jij een rand,
dezelfde horizon,
en het heemwee
om het schone dat wij zagen,
bij al het kwade dat wij vonden
op reis, in dat andere land.

wij blijven beiden lusteloos verder trekken,
schaduwen van een wereld die ons niet omvat:
jij wat grijze hemel, ik wat wee.
wij vloeien samen
of vergaan wij beiden?
tot alleen de reis nog roept, alleen het strand,
en vaag, vòòr ons, de zee…


ΙΚΑΡΟΣ

όταν η θάλασσα είναι σα μια γόνιμη, ασημένια
πεδιάδα, ονειρογενής.
όταν οι σημαίες του λιμανιού αποχαιρετάνε τα πλοία,
να ξεκινήσουν
- κυανόλευκη, πώς μοιάζεις μ’ αυτή τη χώρα! –
όταν η Πειραϊκή ταξιδεύει μέσα σ’ ένα θρίαμβο χρωμάτων,
ηλιόπληκτη θαλασσομάνα,

πετάω κι εγώ ψηλά-ψηλά σα νάμουνα λεύτερος πια!
έτσι για μια στιγμή μου ανήκει αυτή η γη:
ο ήλιος, η δύση, μύρια νησιά, όλοι οι αρχαίοι ναοί,
η γόνιμη Ελλάδα!

αλλά μες στ’ όνειρό μου το αστραφτερό,
σαν τον Ίκαρο
αναμένω και τρέμω τη

πτώση.


(σημ.: το ποίημα αυτό, ο ποιητής έκανε την απόπειρα και το μετέφρασε αργότερα στα ολλανδικά. Το αποτέλεσμα? Ίσως όχι το αναμενόμενο, τουλάχιστο από την πλευρά του ποιητή που ήθελε, όχι απλώς να μεταφράσει, αλλά περισσότερο να μεταδώσει την έξαρση, την όλη ατμόσφαιρα του εκφραστικού ελληνικού στοίχου).

(noot: de Nederlandse versie, die volgt, is een vertaling door de dichter zelf. Vertaling praktisch woord voor woord, maar of deze tekst de dichterlijke weergave is van het oorspronkelijke Griekse vers, blijft een open vraag…)


IKAROS


als de zee als een vruchtbare zilveren vlakte is,
droomwekkend,
als de vlaggen in de haven de schepen vaarwel wuiven
voor de afvaart
- blauwwitte vlag, hoezeer gelijk je op dit land! -
als het schiereiland van Piraeus in een triomf van kleuren reist,
een zonbeslagen zeemoeder gelijk,

dan stijg ook ik de hoogte in, hoog, alsof ik eindelijk vrij ben.
dan, voor één enkel ogenblik behoort deze wereld mij toe:
de zon, de einder in het westen, duizende eilanden, alle oude tempels,
het vruchtbare Griekenland!

maar in mijn stralende droom,
zoals bij Ikaros,
wacht ik en vermoed ik bevend

de val.



ΙΣΗ ΜΟΙΡΑ

κόκορας αγέρωχος
άνοιξε διάπλατα τις πύλες του πρωινού.
αλλά βαρύς ο ύπνος, λεπτό το λεπτό αναβάλλει
την ιεροτελεστία της νέας ημέρας.

πόσο μάταια!
μιά-μιά βγαίνουν οι γυναίκες,
ανοίγουν οι κόρες τα παράθυρα
και κλαίνε τα παιδιά,
επειδή καυτό πολύ το γάλα
ή στενό πια ένα ρούχο.
πόρτες ανοίγουν, τραγούδια ξεχύνονται,
ο ήχος του νερού ζωηρός παντού,
η πρώτη καλημέρα.

κι ένω βαθειά στην ψυχή των πολλών και ταπεινών
το κιγκλίδωμα των αλυσίδων,
πάνω απ’ όλους ο ήλιος ο παρήγορος

σε ίση μοίρα.



ΙΣΚΙΟΣ Ο ΕΛΑΧΙΣΤΟΣ

το κίτρινο ποίημα:
ήλιος ώρα δυό.
ο άνθρωπος μικρός στον πιο μικρό ίσκιο του
ζαρώνει.



ΙΣΟΖΥΓΙΟ

όλα τώρα τ’ απέκτησα
φιλία, αγάπη,
και μια ευτυχία μέτρια σταθερή.
κόβω τα τελευταία λουλούδια του καλοκαιριού
και δεν μπορώ να χαρώ.
είναι σα ν’ άρχισε μια παρακμή.
κάτι μου είπαν για ταξίδια.
είμαι βέβαιος πως θα χάσω κάτι
από τα αποκτηθέντα.

όλα τ’ απέκτησα,
δεν μπορώ παρά να χάσω...



ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ 

άγνωστη χώρα
σαν σου αποκαλύπτω, βήμα-βήμα,
με προφυλάξεις τόσες
που ξεχνάω με πόση αδημονία
θα περίμενα το κάθε χρυσό πρωί
ανάβαση ν' αρχίσω, κι όλο ψηλότερα,
με πόση αδημονία
τοίχους θα χτυπούσα
στα μονοπάτια των εμποδίων,
αν μυημένος
ήμουνα εγώ.

λάθος,
ίσως λάθος επιζητώ
με λογική να εκπορθίσω
το ένστικτο,
ίσως λάθος
ταυτίζω εικόνες στον καθρέφτη
με καταστάσεις ζωής,
τον καθρέφτη με τη δική σου ζωή.